Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Απρογραμμάτιστα

Την πρώτη φορά που μου έκαμεν πρόταση γάμου η σχέση (ναι, αγαπητέ/ή αναγνώστη/στρια, φύρτου) τα πράματα εν επίαν καθόλου όπως τα εσχεδίαζεν. Γιατί μπορεί η σχέση να εκανόνιζεν το τέλειο σκηνικό, οι θκυό μας σε ταξιδάκι, μες τη φύση, να καθούμαστεν κάτω που ένα δέντρο, δίπλα που μια λίμνη, αλλά έτο το πράμαν αρκέψεν να στραβώνει που την αρκή.

Που πριν να πάμεν κατακρίβειαν. Όταν λλίες μέρες πριν το ταξίδι μας η κολλητή Μ. ανακοίνωνεν τη δική της πρόταση γάμου, η σχέση που μέσα της ήταν να σπάσει ("επρολάβαν μας τα γέριμα"). Αλλά απτόητος. Συνεχίζουμεν βάσει σχεδίου.

Πάμεν Νορβηγία. Πάμεν στη λίμνη. Με τα απαραίτητα για πικ-νικ που εγοράσαμεν που το σούπερμαρκετ. Βρίσκουμεν το ιδανικό σημείο. Ρομαντικά, απομονωμένα, Καθούμαστεν κάτω που το δέντρον.

Αλλά αλί, με το που εκάτσαμέν κάτω που το δέντρον (ούτε ένα φιλούιν εν επρολαβεν να μου δώκει ο γέριμος), εσύγκοψα την την αράχνην να φκαίνει πας το παπούτσιν μου τζαι επετάχτηκα ίσιαπάνω σε κατάσταση πανικού.

Η σχέση όμως απτόητη. Ν'αφήκουμεν την αράχνη τη γέριμη να μας χαλάσει το πλάνον; όι.

Σηκωνούμαστεν, συνάουμεν τα πράματα τζαι τέλοσπάντων, μετά που λλίον περπάτημαν βρίσκουμεν έναν παγκούιν εκδρομικόν δίπλα που τη λίμνη (σαν τζείνα που χρησιμοποιούμεν στο τρόοδος άμαν πάμεν για σούβλες). Γιατί όχι; Τζαι τα γέριμα τα σκοτεινά, δεν εβρεθήκαν άλλα έντομα να το χαλάσουν της σχέσης. Τουλάχιστον έτσι εν θα έφταια εγώ. Αλλά όι. Το σκηνικόν εχάλασεν εντελώς που την υποφαινόμενη που εφρίκαρεν.
Γιατί υποθέτω άμαν γονατά ένας άντρας μες το άγχος να κάμει μιαν πρότασην γάμου, το τελευταίον που θέλει να ακούσει, εν το "όι, όι, μεν κάμεις έτσι πράμαν". Τζαι άμαν αννοίει το κουτούιν με το δαχτυλίδιν (το ακριβοπληρωμένον), το τελευταίον που καρτερά εν το να κλείσει η κοπέλα τα μμάθκια της να μεν το δει.

Οπόταν λαλεί σου η σχέση: Τι εκατάλαβα που έκαμα τόσον κόπο τζαι προγραμματισμό; Έτο έμεινεν μου η αγωνία. Οπόταν τη δεύτερη φορά έσυρεν το έτσι απρογραμμάτιστα, σε τζείνην τη γλυτζιά φάση λλίον πριν να ποτζοιμηθείς ξέρετε μεταξύν ύπνου τζαι ξύπνιου, τζιαμέ που τα βλέφαρα σου είναι βαριάαααα πολύ βαριάααα.

Με λλία λόγια έπιαν με στον ύπνον τζαι εν επρόλαβα με να σκεφτώ με τίποτες. Είπα ναι (γιατί εν με έπαιρνεν να πω άλλον όι). Μια ψυχή που είναι να βγει ας βγεί που λαλει ο σοφός λαός. Επίσης, ας πάει το παλιάμπελο, ας αρχίσουν οι χοροί, τζαι στα δικά μας οι λεύτερες τζαι τώρα αρχίζουν τα δύσκολα (τούτον εν το λαλεί ο λαός, λαλεί το ο σάκης).

Το ηθικό διδαγμά της ιστορίας μας σήμερα είναι διπλό: α) μεν πολλοπρογραμματίζεις τη ζωή, τα καλλύττερα πράματα έρκουνται αυθόρμητα/φυσικά τζαι β) η επιμονή εν μεγαλόν πράμαν.

ΥΓ: όποιος έσιει γνώσεις για καθολικο/ορθόδοξους γάμους, ας αφήκει σχόλια
ΥΓ2: τωρά θέλετε να πείτε πρέπει να αλλάξει το παρατσούκλιν της σχέσης στο μπλόγκ; εν γίνεται να παραμείνει ως έχει; ίσως μπορεί να γινεί ΣΠΣΔΓ: Σχέση Πιο Σοβαρή Δε γίνεται.

  

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Εν καλόν. Έννεν απαίσιον

Τούτη ήταν η απάντηση της Μάνας για ότι φαίν εδοκίμασε στα Λονδίνα όταν ήρτεν την προηγούμενην εφτομάδαν.

Για να καταλάβετε με τι προδιάθεσην έκαμεν η Μάνα το πρώτον της ταξίδιν έξω που τη Μεσόγειο. Ήταν προετοιμασμένη να μεν της αρέσει τίποτε. Όποταν το χλιαρόν "εν οκ" ήταν υποθέτω μια θετική εξέλιξη.

Κατά τα άλλα, η Μάνα, κλασική κυπραία μάνα σε επίσκεψη παιδιού που ζει στα ξένα: εκατέφθασεν με σιεφταλιές (που ούτε στην Κύπρον εν τρώω), λουκάνικα τζαι χαλλούμια. Μετά εσυνειδητοποίησεν ότι εν της ελάλουν ψέματα, ο θάλαμος μας εν ΟΝΤΩΣ πολλά μιτσής τζι εν φορεί τίποτε τζαι ήταν κάπως. εεε φάτε τα ούλλα που φτομάδας. Οπόταν τρώμεν σιεφταλιές 3 μέρες. Τι να πεις.

Επίσης, έφερεν κολοκάσιν τζαι εμαείρεψεν μας κολοκάσιν με κουπέπια τη μια μέρα, τζαι κιοφτέδες την άλλη. Που εγώ αρνήθηκα σθεναρά αρχικά στην πιθανότητα η μάνα μου να μαειρέψει στο πρώτο της ταξίδι έξω πόσσω της, αλλά εν τα αγαπημένα μου φαγιά τζαι το λιξιόν έκαμεν με τζαι ελύγισα. Τες υπόλοιπες μέρες επήραμεν την για μπέργκερ που εν ήταν απαίσιο, ιταλικό που εν ήταν απαίσιο τζαι λιβανέζικο που πάλε εν ήταν απαίσιο. Τι να πεις;

Το πιο αστείον βεβαίως ήταν ούλλες  οι ερωτήσεις που μπορεί να έσιει έναν πλάσμαν που εν εταξίδεψεν πολλά: μα γιατί το αεροπλάνον σούζεται τωρά; (επάλαρεν του ο πιλότος η απάντηση του αδελφού), μα τωρά εξεκίνησεν το τρένον; Μα γιατί το άλλον τρένον εν τόσο κοντά; εν φοούνται να μεν δώκει πάνω μας; (δαμέ ακολούθησεν επεξήγηση για τες ράγες του τρένου) Τι εν το κους-κους, εν σαν το πουρκούριν; (δαμέ εν έξερα ούτε εγώ να απαντήσω, εγυρέψαμεν το στο ίντερνετ) (στην τραφαλγκαρ) Μα ίνταλως στέκεται τζείνος στον αέρα; Να πάω να σηκώσω το σεντόνι του να δούμεν τι έσιει που κάτω; Γιατί έχουν θκυό συντριβάνια, εν τους κανεί έναν; Οι καθολικοί αφκένουν τζερκά στες εκκλησίες τους; (επήαμεν τζαι σε έναν ναό, γιατί η μάνα μου ενθουσιάστηκεν) Τούτα τα άλογα εν της βασίλισσας; Τζαι κυρίως: Μα εννά περπατούμεν έτσι μες τα νερά τωρά;

Τα πράματα που αρέσαν της Μάνας μου: τα χριστουγεννιάτικα φώτα στην κάρναμπυ στριτ, ο ποταμός, Οι παπαρούνες στον Πύργο του Λονδίνου, οι στριτ άρτιστς στο Κόβεντ Γκάρτεν, τζαι το γεγονός ότι στες παμπ παν τζαι γεναίτζες ούλλων των ηλικιών, ενώ στην κύπρο η ίδια δεν θα μπορούσε να κάμει έτσι πράμαν. Τζαι κυρίως: το παγοδρόμιο στο Winter wonderland.

Τα πράματα που εν της άρεσαν: η πολυκοσμία, η κρυάδα, τα νερά, τα φαγιά (γενικώς δεν), το μάρκετ στη γειτονιά μας (εν λλίον κουλλουφκιόν ιμισιη μου, ευτυχώς που εν την επήρα στο καμπντεν καλό), το ότι ούλλοι περπατούν τόσο βιαστικά εν σε αφήνουν να περπατήσεις με την ησυχία σου, τζαι κυρίως το ότι (επι λέξει) εν μπορείς να κόψεις μιαν κουβέντα με έναν πλάσμα μες το λεωφορείο ή το τρένο, ρε παιδί μου χάννεσαι μες τους αγνώστους.

όπως τζαι να σιει ελπίζω να επέρασεν καλά. έθελα να εν ωραία εμπειρία. τζαι είμαι σίουρη ότι ήταν εμπειρία για τζείνην. Τζαι εμείναν μας τζαι μας φαγιά. το μόνον που μας λείπει εν φουκού...