Εν θα σε κουράσω αγαπητέ/ή αναγνώστη/στρια με τες λεπτομέρειες του πως εβρέθηκα πάλε δαμέ, να σου γράφω ποστάκιον που το ΠανΚυ αντί να εργάζομαι (το ΠανΚυ έπρεπε να εξηγήσω μιας φίλης πριν λλίες μέρες έννεν καινούργιο καφφέ στη Λευκωσία, εν η συντόμευση του Πανεπιστημίου Κύπρου, γιατί κάμνει ρίμα με το φανκυ, φανκυ ΠανΚυ, αλλά ουδεμία σχέση δεν έχει. Το ΠανΚυ με φανκ).
Έεεεενιγουει (καθαρά κυπριακά), με τούτα τζαι με τζείνα επέστρεψα στην Κύπρο μετά που μια 10ετία στην ξενιθκιά. Για λλίον, για παραπάνω εννά δείξει. Με λλίην προφορά, όι πολλή, αλλά αρκετή για να με ρωτούν διάφοροι αχάπαροι αν είμαι τσιάρλισσα, με ιρλανδό σύζυγο που δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τα πεθερικά του τζαι δεν καταλάβει τι λαλούν στην κυπριακή τηλεόραση (ευτυχώς), με υπάρχοντα που έρκουνται σε κάποια φάση με το βαπόρι που την Αγγλία (εαν έρτουν ποττέ), ε τζαι με πολλήν υπομονή. Εαν εν αρκετή κανένας δεν ξέρει.
(τζαι εντελώς μεταξύ μας τζαι με μια άλφα δόση χαράς, γιατί άμαν το πλάσμα εν λλίο μαζόχα...)
Οπόταν ναι, πίσω στη Λευκωσία. Που τα μετρό τζαι τα τρένα θκιαβαζοντας βιβλία τζαι london evening standard, στο μεταχειρισμένον γιαπωνέζικο αυτοκίνητο να τσακρώ με την παντελή αγνόηση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας που τους μισούς κυπραίους οδηγούς. Που το πανάκριβο διαμέρισμα στο Λονδίνο με μηνιαίο ενοίκιο ίσια με τον τοπικό βασικό μισθό, σε έναν άλλο πανάκριβο διαμέρισμα στη Λευκωσία πάλε με μηνιαιό ενοίκιο ίσια με τον τοπικό βασικό μισθό (εγινήκαμεν Λονδίνο τρομάρα μας).
Ο Ιρλανδός σύζυγος μετά την πρώτη του εβδομάδα ως κάτοικος και όχι ως επισκέπτης στη νήσο έκαμεν την εξης βαρυσήμαντη ερώτηση: όσα πλάσματα είδα τούτη τη βδομάδα είπαν μου θκυό αντιφατικά πράματα, ότι εν πελλάρα που έκαμα που έρκουμαι Κύπρον, τζαι ότι η ζωή δαμέ μπορεί ναν πολλά πολλά ωραία. Τι διαφοροποιεί το έναν που το άλλο; Πως πάεις που το ένα στο άλλο;
Τζαι δεν είχα απάντηση. Γιατί η αλήθκεια ούτε εγώ ένι ξέρω.
Έεεεενιγουει (καθαρά κυπριακά), με τούτα τζαι με τζείνα επέστρεψα στην Κύπρο μετά που μια 10ετία στην ξενιθκιά. Για λλίον, για παραπάνω εννά δείξει. Με λλίην προφορά, όι πολλή, αλλά αρκετή για να με ρωτούν διάφοροι αχάπαροι αν είμαι τσιάρλισσα, με ιρλανδό σύζυγο που δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τα πεθερικά του τζαι δεν καταλάβει τι λαλούν στην κυπριακή τηλεόραση (ευτυχώς), με υπάρχοντα που έρκουνται σε κάποια φάση με το βαπόρι που την Αγγλία (εαν έρτουν ποττέ), ε τζαι με πολλήν υπομονή. Εαν εν αρκετή κανένας δεν ξέρει.
(τζαι εντελώς μεταξύ μας τζαι με μια άλφα δόση χαράς, γιατί άμαν το πλάσμα εν λλίο μαζόχα...)
Οπόταν ναι, πίσω στη Λευκωσία. Που τα μετρό τζαι τα τρένα θκιαβαζοντας βιβλία τζαι london evening standard, στο μεταχειρισμένον γιαπωνέζικο αυτοκίνητο να τσακρώ με την παντελή αγνόηση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας που τους μισούς κυπραίους οδηγούς. Που το πανάκριβο διαμέρισμα στο Λονδίνο με μηνιαίο ενοίκιο ίσια με τον τοπικό βασικό μισθό, σε έναν άλλο πανάκριβο διαμέρισμα στη Λευκωσία πάλε με μηνιαιό ενοίκιο ίσια με τον τοπικό βασικό μισθό (εγινήκαμεν Λονδίνο τρομάρα μας).
Ο Ιρλανδός σύζυγος μετά την πρώτη του εβδομάδα ως κάτοικος και όχι ως επισκέπτης στη νήσο έκαμεν την εξης βαρυσήμαντη ερώτηση: όσα πλάσματα είδα τούτη τη βδομάδα είπαν μου θκυό αντιφατικά πράματα, ότι εν πελλάρα που έκαμα που έρκουμαι Κύπρον, τζαι ότι η ζωή δαμέ μπορεί ναν πολλά πολλά ωραία. Τι διαφοροποιεί το έναν που το άλλο; Πως πάεις που το ένα στο άλλο;
Τζαι δεν είχα απάντηση. Γιατί η αλήθκεια ούτε εγώ ένι ξέρω.
