Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Παρασκευή

Κάτι ασυνήθιστο εγίνηκεν στο αεροδρόμιον τούτην τη φορά. Στην ουρά για τον έλεγχο εκόντεψεν μου μια γιαγιά, εν ξέρω γιατί εμένα (ίσως να της εφάτσαρα συντοπίτισσα, ποιος ξέρει?). Με αγγλικά, με γαλλικά, με τίποτες. Με νοήματα εσυνεννοηθήκαμεν. Έθελεν να τη βοηθήσω να έβρει που να πάει. Έδειξεν μου την κάρτα επιβίβασης της. Τύρανα. Επεράσαμεν μαζί τον έλεγχο, εστέκετουν δίπλα μου ούλλην την ώρα σιωπηλά χαμογελώντας μου αμήχανα.

Εθορούσα την τζαι εσκέφτουμουν πόσην οικειότητα με έκαμε να νιώσω. Επήρεν μου λλίην ώραν να συνειδητοποιήσω πόσον έμοιαζεν της γιαγιά Π., της γιαγιάς της φιλενάδας της Κάτω Ύδατα. Τα ρούχα, η κορμοστασιά (η μικρή), τα μαλλιά της ακόμα, η παρουσία της (σιγανά τζαι ταπεινά που λαλεί τζαι το τραούδιν), αχ τζαι τζείνη η καθαρότητα στο βλέμμα. Ούλλα εμοιάζαν της τόσον πολλά.

Επίαμεν μαζί στο gate της, όπου ήβρεν πλάσματα του τόπου της τζαι έφυεν σιωπηλά όπως ήρτεν. Εσιερετηθήκαμεν με τα μμάθκια. Επία στο δικό μου το gate, τζι έκατσα ανάμεσα σε τσιεμπεροφορούσες γιαγιάδες που επιένναν Αμπου-Ντάμπι. Εθθυμήθηκα τα τσιεμπέρκα της δικής μου της γιαγιάς, που της εγόραζεν η μάνα μου που την Λήδρας. Τελευταίον τσιεμπέριν που θυμούμαι ζωηρόν λιλά με πράσινα φκιορούθκια (μοντέρνον ελάλουν της). Τζαι την άλλην μου τη γιαγιά, επίσης τσιεμπεροφορούσα, που μια φορά θθυμούμαι (ίνταλως μου ήρτεν τούτη η ανάμνηση τωρά?) έππεσεν τζαι έσπασεν το σιέριν της (ήμουν Δημοτικό τότε). Τζαι εβοήθουν την να λούσει τα μαλλιά της τα ως τη μέσην, με πράσινο σαπούνι θυμούμαι, τζαι εχτένιζα την τζαι έκαμνα της τα βρουλιά της (σούπερ ενθουσιασμός η μιτσιά Ερυκίνη). Τζαι ο παππούς, σαν τούτον τον κύριο δαμέ δίπλα, διεθνές το ντύσιμο. Κουστούμι, πουκαμισούδιν, τζαι τρικόν (ή γιλεκον τρικέτινον) v-καρέ. Τζαι μπαστουνούιν. Μες τες πούντζιες ο παππούς σταθερά κουφέττες toffee, που εμέναν εν μου αρέσκουν, αλλά εδίαν μας τες κρυφά της μάνας μας τζαι της γιαγιάς μας τζαι είχαν άλλη γλύκα.

Πως μπορεί να υπάρξει ένας κόσμος δίχα γιαγιάδες με τσιεμπέρκα τζαι παππούδες με τρικέτινα γιλέκα αλήθκεια? Δίχα τούτης της γενιάς?

Η ώρα της επιβίβασης ήρτεν. Έπιασα τα πράματα μου τζαι εμπήκα στο αεροπλάνον. Έκατσα στη θέση μου τζαι έκλεισα τα μμάθκια μου να τζοιμηθώ.

Τζαι ετρέχαν δάκρυα, δάκρυα, τόσα δάκρυα...  

2 σχόλια:

Μάριος είπε...

όμορφες αναμνήσεις-ευχαριστώ.

Ανώνυμος είπε...

polla sygkinitiko..
M.