Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Μια βόλτα στην πόλη

Μετά από μια κουραστική μέρα χτες, κατέβηκα στην Παλιά Λευκωσία για να χαλαρώσω, τζαι να παρακολουθήσω βέβαια στα χωστά, πίσω που τα δεντρά, αγκαλιά με τες αντλίες της πεζίνας τον Bregovic σε μια αδιανόητη συναυλία (ακόμα είμαι πιασμένη που το χορό).

Θέλοντας να ηρεμήσω από τους ρυθμούς της μέρας (η χαλάρωση έγινε και επισήμως συνταγή γιατρού), αποφάσισα να κάνω μια βόλτα στις αγαπημένες μου γειτονιές, δηλαδή τζείνες γύρω που τη Φανερωμένη πριν τη συναυλία.

Κάπου τζιαμέ στο σχολείον της Φανερωμένης, εσυνειδητοποίησα την πρώτην αλλαγή. Το μικρό βιβλιοπωλείο, το πρώτο βιβλιοπωλείο που επισκέφτηκα ποττέ, έκλεισε. Μεν φανταστείτε κανένα Σολώνειο, μια τρύπα ήταν. Μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση. Θυμούμαι την πρώτη φορά που με επήρεν η μάνα μου όταν ήμουν μιτσιά σαν χτες. Ήταν τόσο στενό. Τζαι παντού βιβλία. Δεξιά τζι αριστερά τα ράφια, γεμάτα βιβλία, εξεκινούσαν που το πάτωμα τζι εφτάναν το ταβάνι. Εν έβλεπες τοίχους σε τούτον το μαχαζούιν. Μόνο βιβλία. Τζαι μια σκάλα για να ανεβοκατεβαίνει ο άνθρωπος να σου φέρνει βιβλία. Πρώτη φοράν εθόρουν τόσα βιβλία μαζεμένα. Παιδίν που χωρκόν εν είχα ξαναπάει ούτε σε βιβλιοθήκες, ούτε σε βιβλιοπωλεία.

Πόσον αγαπούσα τούτον το μαχαζούιν, εν φαντάζεστε. Την τελευταία φορά που επία θυμούμαι ήταν στο λύκειον. Εγόρασα το λεξικό των αρχαίων του Σταματάκου, τζι μέσα που είδα πρώτη φορά το όνομα Ερυκίνη, τζαι το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, που εδάνεισα σε μια συμμαθήτρια μου τζαι εν μου το επέστρεψεν ποττέ. Η γαιδούρα. Που τότε που εμπήκα στο Πανεπιστήμιον, εξεκίνησα τες βιβλιοθήκες, τζαι το Σολώνειον τζαι το Public. Μισώ το Public. Αλλά πάω. Με λλία λόγια, εν αποτελεί πλέον μέρος της ζωής μου τούτον το τοπούιν, αλλά εννά μου λείψει.

Τζαι προχωρώντας στεναχωρημένη προς τη Λήδρας επρόσεξα τη δεύτερη αλλαγή.

Οι γνώριμοι ήχοι που έφταναν στ' αυτιά μου εν ήταν οι Beatles που συνηθίζει να παίζει στην κιθαρούαν του τζείνος ο τύπος στη Λήδρας. Ήταν μάλλον μπαγλαμάς. Όχι του κυρ-Θάνου προφανώς, αλλά της ρεμπέτικης κομπανίας που στήθηκε στο τέλος του δρόμου. Γνωστές φάτσες. Νέα παιθκιά. Με τες κιθαρούες τζαι τους μπαγλαμάες τους να τραουδούν. Να σταματούν τζαι να τους ακούουν άνθρωποι όλων των ηλικιών. Ένας παππούς να παίζει με το κομπολόι τζαι να σιγοτραουδά τζαι θκυό κοπέλλες πάνω κάτω στα 20, να κάμνουν παραγγελιές τζαι ένας κινέζος να σταματά με το ποδήλατο, θκυό μαμάδες με τα καροτσάκια τους, ένας εγγλέζος να χαζεύκει την αλλόκοτη μελωδία τζαι ένας καλαμαράς να ρίχνει λεφτά στη θήκη λέγοντας "Μπράβο ρε παιδιά, ξυπνάτε το νεκροταφείο".

Εν θα αποκαλούσα ποττέ τη Λευκωσία νεκροταφείο, ποττέ, αλλά σίουρα κάτι αλλάσσει, κάτι ξυπνά. Ο χαρακτήρας μιας σύγχρονης Λευκωσίας, κάτι παλιό τζαι κάτι τζαινούρκο. Ένα KFC σε ένα ιστορικό κτήριο. Ένας μπαγλαμάς με υπόβαθρο τους beatles και τα χρώματα του Bregovic λίγα μέτρα μακριά. Μια νεαρή κοπέλα τζαι ένας παππούς να σιγοτραγουδούν παρέα.

Αγαπώ τη Λευκωσία. Τζι ας αλλάσσει. Επειδή αλλάσσει. Τζι ας απομακρύνεται που τες πρώτες εικόνες της ζωής μου. Αγαπώ τη Λευκωσία του χτες που έχω μες τες αναμνήσεις μου, τζαι τη Λευκωσία του σήμερα που θορώ με τα μμάθκια μου, που αλληλεπιδρώ μέσα της τζαι ίσως να συμβάλλω σε αυτήν. Μεν σου πω αγαπώ τζαι τη Λευκωσία του αύριο για τζείνα ούλλα που μπορεί να γίνει.

7 σχόλια:

ρίτσα είπε...

όμορφες εικόνες

όμορφη και η λευκωσία

χέλεν είπε...

αρέσκει μου ρε η παλιά λευκωσία, αντιπαθώ οτιδήποτε γκλαμουράτο φυτρώνει μέσα της, πχ η στοά - το ΑΚΥΡΟ μαγαζί δίπλα που το φανάρι του διογένη.έσιει μιαν απορία το οδοιπορικό στην παλιά πόλη-εν τα καφενεδάκια, εν ο κόσμος που βωλοδέρνει, εν οι καπαρετζίες, εν η αστυνομία που θέλει να πιστέφκει στην αυθεντία της, εν οι κινεζούες που πουλούν χρωματιστά κιτσαριά, εν ο κόσμος όπως ένι χωρίς τη φαγούρα του στιλιζαρισμένου αλλά κάπου νιώθεις ότι εν χαντακωμένος-εν καταστάσεις που εν σκατά και καταστάσεις αυθόρμητες για γέλια.
εν μια πόλη, σχεδόν σαν να την αφήνει πίσω ο χρόνος τζαι η εποχή της που τη μια, τζαι που την άλλη σαν να σου λαλεί εγώ είμαι ο χρόνος τζαι η εποχή σου-έτσι ένι, τζαι εγώ ακόμα είμαι στην ήπιαν του αποτύπωση.
τέλοσπάντων...τούτα ούλλα που την συναισθηματική σκοπιά...ωραίο ποστ.

Moonlight είπε...

Areses mou re Erykini popse.. j egw kati tethkoio eskeftoumoun jinto lepto pou epernousa panw pou tin tafro j akoua ti synavlia.. j ezilefka se pou isoun poxw j exorefkes. Leipei mou i Lefkosia. H palia Lefkosia..

Ανώνυμος είπε...

λενε πως πατριδα ειναι εκει που αφηνουμε δακρυα μας..
και κομματακια καρδιας..

φυσικο να αγαπας τουτες τις γειτονιες..

Ν.Μ

Maria είπε...

VERY nice post re!

Μαρία είπε...

Εγώ αγαπώ πάνω από όλα τις γειτονιές κοντά στην εκκλησία του Αγίου Κασιανού (βοήθειά μας), που άμα τις περπατάς νιώθεις ότι είσαι σε παραμύθι. Εκεί θέλω να ζήσω με την οικογένεια που θα δημιουργήσω κάποτε!

Επίσης αγαπώ εκείνο το παλιό ζαχαροπλαστείο δίπλα στο δημοτικό της Φανερωμένης κι ας μην εμπήκα ποττέ μέσα, θα ήθελα να άνοιγα ένα καφέ εκεί, να έχω πολύχρωμα τραπεζάκια έξω.

Η παλιά Λευκωσία είναι ό,τι απέμεινε σε επίπεδο εγχώριας αρχιτεκτονικής αλλά είμαστε τόσο μαλακισμένοι που την αφήνουμε να γκρεμίζεται και αντί να φροντίσουμε να διατηρήσουμε το χαρακτήρα της, χτίζουμε ΣΤΟΕΣ εν ονόματι των μοντέρνων καιρών σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να δώσουμε ζωή στην περιοχή.

Όμως εν το εκαταλάβαμε (τουλάχιστον όχι όλοι) ότι η ομορφιά της πόλης μας έγκειται σε τούτο ακριβώς το πράγμα, σε τούτη της τη μελαγχολία.

ΠΛΑΝΗΤΑΣ είπε...

Eρυκίνη, πρέπει να ήρθες σε επαφή με τους "Τρίο Τεκκέ"!